Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διαμέρισμα

/ði̯aˈme.ɾi.zma/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. σύνολο δωματίων ενός πολυώροφου κτηρίου, με λειτουργική ενότητα που αποτελούν μία κατοικία Βικιλεξικό
    • Το νέο καθεστώς φορολογίας θα αφορά περισσότερους από 3.500.000 ιδιοκτήτες διαμερισμάτων, μεζονετών, μονοκατοικιών, επαγγελματικών ακινήτων, οικοπέδων, κ.ά. και είναι βέβαιο ότι θα επηρεάσει αρνητικά τις τσέπες των νοικοκυριών. (@tovima.gr)
  2. γεωγραφίαμεγάλη γεωγραφική ενότητα, τμήμα μιας χώρας Βικιλεξικό
  3. πληροφορικήpartition: τμήμα της επιφάνειας ενός σκληρού δίσκου, ειδικά διαμορφωμένο για να υποδεχθεί ένα λειτουργικό σύστημα ή δεδομένα και να λειτουργεί σαν να είναι μια (φυσική) ξεχωριστή μονάδα δίσκου Βικιλεξικό
    • Χωρίζοντας ένα δίσκο σε διαμερίσματα, ενώ συνεχίζουμε να έχουμε ένα φυσικό δίσκο το σύστημα τον βλέπει σαν δύο ή περισσότερους δίσκους.
    • Ένας άλλος πολύ καλός λόγος για να έχουμε πολλαπλά διαμερίσματα δίσκου είναι αν θέλουμε να εγκαταστήσουμε περισσότερα από ένα λειτουργικά συστήματα.
    • αν χαλάσει σε φυσικό επίπεδο ο δίσκος, όσα διαμερίσματα δίσκου και αν έχουμε δημιουργήσει, θα χαθούν όλα
    • Το διαμέρισμα δίσκου ουσιαστικά είναι ένας εικονικός διαχωρισμός του δίσκου σε δύο ή περισσότερα κομμάτια. Όμως, και τα δύο κομμάτια δεν παύουν να είναι μέρος του ίδιου δίσκου. Αυτό σημαίνει πως αν ο δίσκος χαλάσει, τα δεδομένα όλων των partitions θα χαθούν.
    • εάν έχουμε μία μονάδα σκληρού δίσκου και δημιουργήσουμε δύο διαμερίσματα, μπορούμε να εγκαταστήσουμε το λειτουργικό σύστημα και τις εφαρμογές στο πρώτο διαμέρισμα, και να αποθηκεύσουμε τα δεδομένα μας στο δεύτερο διαμέρισμα
    • υπώνυμα: εκκινήσιμο διαμέρισμα, ενεργό διαμέρισμα

Ετυμολογία

διαμέρισμα (μαρτυρείται από το 1871)< διαμερίζω, διαμερισ- + -μα, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική appartement

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδιαμέρισμαδιαμερίσματα
Γενικήδιαμερίσματοςδιαμερισμάτων
Αιτιατικήδιαμέρισμαδιαμερίσματα
Κλητικήδιαμέρισμαδιαμερίσματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →