διαμερισματοποίηση
•
- η διαδικασία ή αποτέλεσμα του διαμερισματοποιώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διαμερισματοποίηση < διαμερισματοποιώ + -ση (-ποίηση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διαμερισματοποίηση | διαμερισματοποιήσεις |
| Γενική | διαμερισματοποίησης | διαμερισματοποιήσεων |
| Αιτιατική | διαμερισματοποίηση | διαμερισματοποιήσεις |
| Κλητική | διαμερισματοποίηση | διαμερισματοποιήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →