Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διαμερισματοποιώ

ρήμα
•
  1. διαχωρίζω ένα σύνολο σε επιμέρους τμήματα ή μερίσματα Βικιλεξικό
  2. κατακερματίζω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διαμερισματοποιώ < διαμέρισμα + -ποιώ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςδιαμερισματοποιώδιαμερισματοποιείςδιαμερισματοποιείδιαμερισματοποιούμεδιαμερισματοποιείτεδιαμερισματοποιούν / διαμερισματοποιούνε
Παρατατικόςδιαμερισματοποιούσαδιαμερισματοποιούσεςδιαμερισματοποιούσεδιαμερισματοποιούσαμεδιαμερισματοποιούσατεδιαμερισματοποιούσαν / διαμερισματοποιούσανε
Αόριστοςδιαμερισματοποίησαδιαμερισματοποίησεςδιαμερισματοποίησεδιαμερισματοποιήσαμεδιαμερισματοποιήσατεδιαμερισματοποίησαν / διαμερισματοποιήσαν / διαμερισματοποιήσανε
Μέλλονταςθα διαμερισματοποιήσω / θα διαμερισματοποιώθα διαμερισματοποιήσεις / θα διαμερισματοποιείςθα διαμερισματοποιήσει / θα διαμερισματοποιείθα διαμερισματοποιήσουμε / θα διαμερισματοποιούμεθα διαμερισματοποιήσετε / θα διαμερισματοποιείτεθα διαμερισματοποιήσουν / θα διαμερισματοποιήσουνε / θα διαμερισματοποιούν / θα διαμερισματοποιούνε
Παρακείμενοςέχω διαμερισματοποιήσειέχεις διαμερισματοποιήσειέχει διαμερισματοποιήσειέχουμε διαμερισματοποιήσειέχετε διαμερισματοποιήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα διαμερισματοποιήσειείχες διαμερισματοποιήσειείχε διαμερισματοποιήσειείχαμε διαμερισματοποιήσει——
Υποτακτικήνα έχω διαμερισματοποιήσει / να διαμερισματοποιήσω / να διαμερισματοποιώνα έχεις διαμερισματοποιήσει / να διαμερισματοποιήσεις / να διαμερισματοποιείςνα έχει διαμερισματοποιήσει / να διαμερισματοποιήσει / να διαμερισματοποιείνα έχουμε διαμερισματοποιήσει / να διαμερισματοποιήσουμε / να διαμερισματοποιούμενα έχετε διαμερισματοποιήσει / να διαμερισματοποιήσετε / να διαμερισματοποιείτενα διαμερισματοποιήσουν / να διαμερισματοποιήσουνε / να διαμερισματοποιούν / να διαμερισματοποιούνε
Προστακτική—διαμερισματοποίει / διαμερισματοποίησε——διαμερισματοποιήστε / διαμερισματοποιείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →