Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διαμεσολαβώ

ρήμα
•
  1. μεσολαβώ Βικιλεξικό
  2. διευκολύνω την επικοινωνία και τον διάλογο Βικιλεξικό
  3. δρω κατευναστικά ανάμεσα σε αντιμαχόμενους Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διαμεσολαβώ < δια- + μεσολαβώ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςδιαμεσολαβώδιαμεσολαβείςδιαμεσολαβείδιαμεσολαβούμεδιαμεσολαβείτεδιαμεσολαβούν / διαμεσολαβούνε
Παρατατικόςδιαμεσολαβούσαδιαμεσολαβούσεςδιαμεσολαβούσεδιαμεσολαβούσαμεδιαμεσολαβούσατεδιαμεσολαβούσαν / διαμεσολαβούσανε
Αόριστοςδιαμεσολάβησαδιαμεσολάβησεςδιαμεσολάβησεδιαμεσολαβήσαμεδιαμεσολαβήσατεδιαμεσολάβησαν / διαμεσολαβήσαν / διαμεσολαβήσανε
Μέλλονταςθα διαμεσολαβήσω / θα διαμεσολαβώθα διαμεσολαβήσεις / θα διαμεσολαβείςθα διαμεσολαβήσει / θα διαμεσολαβείθα διαμεσολαβήσουμε / θα διαμεσολαβούμεθα διαμεσολαβήσετε / θα διαμεσολαβείτεθα διαμεσολαβήσουν / θα διαμεσολαβήσουνε / θα διαμεσολαβούν / θα διαμεσολαβούνε
Παρακείμενοςέχω διαμεσολαβήσειέχεις διαμεσολαβήσειέχει διαμεσολαβήσειέχουμε διαμεσολαβήσειέχετε διαμεσολαβήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα διαμεσολαβήσειείχες διαμεσολαβήσειείχε διαμεσολαβήσειείχαμε διαμεσολαβήσει——
Υποτακτικήνα έχω διαμεσολαβήσει / να διαμεσολαβήσω / να διαμεσολαβώνα έχεις διαμεσολαβήσει / να διαμεσολαβήσεις / να διαμεσολαβείςνα έχει διαμεσολαβήσει / να διαμεσολαβήσει / να διαμεσολαβείνα έχουμε διαμεσολαβήσει / να διαμεσολαβήσουμε / να διαμεσολαβούμενα έχετε διαμεσολαβήσει / να διαμεσολαβήσετε / να διαμεσολαβείτενα διαμεσολαβήσουν / να διαμεσολαβήσουνε / να διαμεσολαβούν / να διαμεσολαβούνε
Προστακτική—διαμεσολάβει / διαμεσολάβησε——διαμεσολαβήστε / διαμεσολαβείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →