διαμεσολαβώ
•
- μεσολαβώ Βικιλεξικό
- διευκολύνω την επικοινωνία και τον διάλογο Βικιλεξικό
- δρω κατευναστικά ανάμεσα σε αντιμαχόμενους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διαμεσολαβώ < δια- + μεσολαβώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | διαμεσολαβώ | διαμεσολαβείς | διαμεσολαβεί | διαμεσολαβούμε | διαμεσολαβείτε | διαμεσολαβούν / διαμεσολαβούνε |
| Παρατατικός | διαμεσολαβούσα | διαμεσολαβούσες | διαμεσολαβούσε | διαμεσολαβούσαμε | διαμεσολαβούσατε | διαμεσολαβούσαν / διαμεσολαβούσανε |
| Αόριστος | διαμεσολάβησα | διαμεσολάβησες | διαμεσολάβησε | διαμεσολαβήσαμε | διαμεσολαβήσατε | διαμεσολάβησαν / διαμεσολαβήσαν / διαμεσολαβήσανε |
| Μέλλοντας | θα διαμεσολαβήσω / θα διαμεσολαβώ | θα διαμεσολαβήσεις / θα διαμεσολαβείς | θα διαμεσολαβήσει / θα διαμεσολαβεί | θα διαμεσολαβήσουμε / θα διαμεσολαβούμε | θα διαμεσολαβήσετε / θα διαμεσολαβείτε | θα διαμεσολαβήσουν / θα διαμεσολαβήσουνε / θα διαμεσολαβούν / θα διαμεσολαβούνε |
| Παρακείμενος | έχω διαμεσολαβήσει | έχεις διαμεσολαβήσει | έχει διαμεσολαβήσει | έχουμε διαμεσολαβήσει | έχετε διαμεσολαβήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα διαμεσολαβήσει | είχες διαμεσολαβήσει | είχε διαμεσολαβήσει | είχαμε διαμεσολαβήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω διαμεσολαβήσει / να διαμεσολαβήσω / να διαμεσολαβώ | να έχεις διαμεσολαβήσει / να διαμεσολαβήσεις / να διαμεσολαβείς | να έχει διαμεσολαβήσει / να διαμεσολαβήσει / να διαμεσολαβεί | να έχουμε διαμεσολαβήσει / να διαμεσολαβήσουμε / να διαμεσολαβούμε | να έχετε διαμεσολαβήσει / να διαμεσολαβήσετε / να διαμεσολαβείτε | να διαμεσολαβήσουν / να διαμεσολαβήσουνε / να διαμεσολαβούν / να διαμεσολαβούνε |
| Προστακτική | — | διαμεσολάβει / διαμεσολάβησε | — | — | διαμεσολαβήστε / διαμεσολαβείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →