διαμεταφορέας
•
- νεολογισμόςκάποιος που αναλαμβάνει και εκτελεί διαμεταφορά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διαμεταφορέας < διαμεταφορά + -έας
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διαμεταφορέας | διαμεταφορείς |
| Γενική | διαμεταφορέα / διαμεταφορέως | διαμεταφορέων |
| Αιτιατική | διαμεταφορέα | διαμεταφορείς |
| Κλητική | διαμεταφορέα | διαμεταφορείς |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →