διαμεταφορά
•
- νεολογισμόςοργανωμένη υπηρεσία ανάληψης και συντονισμού της μετακίνησης αγαθών από τον αποστολέα στον παραλήπτη, κατά την οποία ο διαμεταφορέας ενεργεί ως ενδιάμεσος —χωρίς κατʼ ανάγκην να εκτελεί ο ίδιος τη φυσική μεταφορά— αναθέτοντας και επιβλέποντας τα επιμέρους στάδια (μεταφορά, τελωνειακές διαδικασίες, παράδοση) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διαμεταφορά < δια- + μεταφορά
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διαμεταφορά | διαμεταφορές |
| Γενική | διαμεταφοράς | διαμεταφορών |
| Αιτιατική | διαμεταφορά | διαμεταφορές |
| Κλητική | διαμεταφορά | διαμεταφορές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →