Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διαμεταφορά

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. νεολογισμόςοργανωμένη υπηρεσία ανάληψης και συντονισμού της μετακίνησης αγαθών από τον αποστολέα στον παραλήπτη, κατά την οποία ο διαμεταφορέας ενεργεί ως ενδιάμεσος —χωρίς κατʼ ανάγκην να εκτελεί ο ίδιος τη φυσική μεταφορά— αναθέτοντας και επιβλέποντας τα επιμέρους στάδια (μεταφορά, τελωνειακές διαδικασίες, παράδοση) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διαμεταφορά < δια- + μεταφορά

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδιαμεταφοράδιαμεταφορές
Γενικήδιαμεταφοράςδιαμεταφορών
Αιτιατικήδιαμεταφοράδιαμεταφορές
Κλητικήδιαμεταφοράδιαμεταφορές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →