διαμεταφορικός
•
- νεολογισμόςπου έχει σχέση με διαμεταφορά ή αναφέρεται σʼ αυτή Βικιλεξικό
- ουσιαστικοποιημένοδιαμεταφορική Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διαμεταφορικός < διαμεταφορά + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διαμεταφορικός | διαμεταφορική | διαμεταφορικό |
| Γενική | διαμεταφορικού | διαμεταφορικής | διαμεταφορικού |
| Αιτιατική | διαμεταφορικό | διαμεταφορική | διαμεταφορικό |
| Κλητική | διαμεταφορικέ | διαμεταφορική | διαμεταφορικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διαμεταφορικοί | διαμεταφορικές | διαμεταφορικά |
| Γενική | διαμεταφορικών | διαμεταφορικών | διαμεταφορικών |
| Αιτιατική | διαμεταφορικούς | διαμεταφορικές | διαμεταφορικά |
| Κλητική | διαμεταφορικοί | διαμεταφορικές | διαμεταφορικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →