Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διαμεταφορικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. νεολογισμόςπου έχει σχέση με διαμεταφορά ή αναφέρεται σʼ αυτή Βικιλεξικό
  2. ουσιαστικοποιημένοδιαμεταφορική Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διαμεταφορικός < διαμεταφορά + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιαμεταφορικόςδιαμεταφορικήδιαμεταφορικό
Γενικήδιαμεταφορικούδιαμεταφορικήςδιαμεταφορικού
Αιτιατικήδιαμεταφορικόδιαμεταφορικήδιαμεταφορικό
Κλητικήδιαμεταφορικέδιαμεταφορικήδιαμεταφορικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιαμεταφορικοίδιαμεταφορικέςδιαμεταφορικά
Γενικήδιαμεταφορικώνδιαμεταφορικώνδιαμεταφορικών
Αιτιατικήδιαμεταφορικούςδιαμεταφορικέςδιαμεταφορικά
Κλητικήδιαμεταφορικοίδιαμεταφορικέςδιαμεταφορικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →