Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διανεμητικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τη διανομή ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διανεμητικός < αρχαία ελληνική διανεμητικός < διανεμητής < διανέμω < διά + νέμω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιανεμητικόςδιανεμητικήδιανεμητικό
Γενικήδιανεμητικούδιανεμητικήςδιανεμητικού
Αιτιατικήδιανεμητικόδιανεμητικήδιανεμητικό
Κλητικήδιανεμητικέδιανεμητικήδιανεμητικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιανεμητικοίδιανεμητικέςδιανεμητικά
Γενικήδιανεμητικώνδιανεμητικώνδιανεμητικών
Αιτιατικήδιανεμητικούςδιανεμητικέςδιανεμητικά
Κλητικήδιανεμητικοίδιανεμητικέςδιανεμητικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →