διανθίζω
•
- στολίζω με καλολογικά ή εκφραστικά στοιχεία το λόγο ή με ποικίλματα τη μουσική Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διανθίζω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή διανθίζω < αρχαία ελληνική ἀνθίζω < ἄνθος. Συγχρονικά αναλύεται σε (δια-) δι- + ανθίζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | διανθίζω | διανθίζεις | διανθίζει | διανθίζουμε | διανθίζετε | διανθίζουν / διανθίζουνε |
| Παρατατικός | διάνθιζα | διάνθιζες | διάνθιζε | διανθίζαμε | διανθίζατε | διάνθιζαν / διανθίζαν / διανθίζανε |
| Αόριστος | διάνθισα | διάνθισες | διάνθισε | διανθίσαμε | διανθίσατε | διάνθισαν / διανθίσαν / διανθίσανε |
| Μέλλοντας | θα διανθίζω / θα διανθίσω | θα διανθίζεις / θα διανθίσεις | θα διανθίζει / θα διανθίσει | θα διανθίζουμε / θα διανθίσουμε | θα διανθίζετε / θα διανθίσετε | θα διανθίζουν / θα διανθίζουνε / θα διανθίσουν / θα διανθίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω διανθίσει | έχεις διανθίσει | έχει διανθίσει | έχουμε διανθίσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα διανθίσει | είχες διανθίσει | είχε διανθίσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω διανθίσει / να διανθίζω / να διανθίσω | να έχεις διανθίσει / να διανθίζεις / να διανθίσεις | να έχει διανθίσει / να διανθίζει / να διανθίσει | να έχουμε διανθίσει / να διανθίζουμε / να διανθίσουμε | να διανθίζετε / να διανθίσετε | να διανθίζουν / να διανθίζουνε / να διανθίσουν / να διανθίσουνε |
| Προστακτική | — | διάνθιζε / διάνθισε | — | — | διανθίζετε / διανθίστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
διανθίστηκαδιανθίζομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →