διανθρωπισμός
•
- φιλοσοφίασύνολο θεωρητικών και ιδεολογικών θέσεων που υποστηρίζουν τη συστηματική μεταβολή της ανθρώπινης κατάστασης μέσω της επιστήμης και της τεχνολογίας, με στόχο την υπέρβαση βιολογικών και γνωσιακών ορίων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διανθρωπισμός < δι- + ανθρωπισμός (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική transhumanism ή μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική transhumanisme)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διανθρωπισμός | διανθρωπισμοί |
| Γενική | διανθρωπισμού | διανθρωπισμών |
| Αιτιατική | διανθρωπισμό | διανθρωπισμούς |
| Κλητική | διανθρωπισμέ | διανθρωπισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →