Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διανοιχθείς

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σπάνιοπου διανοίχθηκε Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διανοιχθείς < αρχαία ελληνική διανοιχθείς, μετοχή παθητικού αορίστου του ρήματος διανοίγω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιανοιχθέντας / διανοιχθείςδιανοιχθείσαδιανοιχθέν
Γενικήδιανοιχθέντα / διανοιχθέντοςδιανοιχθείσας / διανοιχθείσηςδιανοιχθέντος
Αιτιατικήδιανοιχθένταδιανοιχθείσαδιανοιχθέν
Κλητικήδιανοιχθέντα / διανοιχθείςδιανοιχθείσαδιανοιχθέν

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιανοιχθέντεςδιανοιχθείσεςδιανοιχθέντα
Γενικήδιανοιχθέντωνδιανοιχθεισώνδιανοιχθέντων
Αιτιατικήδιανοιχθέντεςδιανοιχθείσεςδιανοιχθέντα
Κλητικήδιανοιχθέντεςδιανοιχθείσεςδιανοιχθέντα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →