διανύω
•
- κινούμαι σε μια (μεγάλη) απόσταση από ένα σημείο μέχρι κάποιο άλλο Βικιλεξικό
- κυριολεκτικάβρίσκομαι σε συγκεκριμένο σημείο μιας πορείας ή εξέλιξης Βικιλεξικό
- περνώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διανύω < αρχαία ελληνική διανύω < διά + ἀνύω (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική parcourir)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | διανύω | διανύεις | διανύει | διανύουμε | διανύετε | διανύουν / διανύουνε |
| Παρατατικός | διένυα | διένυες | διένυε | διανύαμε | διανύατε | διένυαν / διανύαν / διανύανε |
| Αόριστος | διένυσα | διένυσες | διένυσε | διανύσαμε | διανύσατε | διένυσαν / διανύσαν / διανύσανε |
| Μέλλοντας | θα διανύσω / θα διανύω | θα διανύεις / θα διανύσεις | θα διανύει / θα διανύσει | θα διανύουμε / θα διανύσουμε | θα διανύετε / θα διανύσετε | θα διανύουν / θα διανύουνε / θα διανύσουν / θα διανύσουνε |
| Παρακείμενος | έχω διανύσει | έχεις διανύσει | έχει διανύσει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα διανύσει | είχες διανύσει | είχε διανύσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω διανύσει / να διανύσω / να διανύω | να έχεις διανύσει / να διανύεις / να διανύσεις | να έχει διανύσει / να διανύει / να διανύσει | να διανύουμε / να διανύσουμε | να διανύετε / να διανύσετε | να διανύουν / να διανύουνε / να διανύσουν / να διανύσουνε |
| Προστακτική | — | έχε διανυμένο / διάνυε / διάνυσε | — | — | διανύετε / διανύστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →