Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διαολίζω

/ðʝa.oˈli.zo/ρήμα
•
  1. οικείοπικάρω, εξοργίζω, δαιμονίζω Βικιλεξικό
    • Κοργιοί, κουνούπια, σκνῖπες, ψύλλοι καὶ μερμήγκοι, / Νά σε τσιμποῦν φρικτὰ καὶ νά σε διαολίζουν

Ετυμολογία

διαολίζω < διάολ(ος) + -ίζω

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςδιαολίζωδιαολίζειςδιαολίζειδιαολίζουμεδιαολίζετεδιαολίζουν / διαολίζουνε
Παρατατικόςδιαόλιζαδιαόλιζεςδιαόλιζεδιαολίζαμεδιαολίζατεδιαολίζαν / διαολίζανε / διαόλιζαν
Αόριστοςδιαόλισαδιαόλισεςδιαόλισεδιαολίσαμεδιαολίσατεδιαολίσαν / διαολίσανε / διαόλισαν
Μέλλονταςθα διαολίζω / θα διαολίσωθα διαολίζεις / θα διαολίσειςθα διαολίζει / θα διαολίσειθα διαολίζουμε / θα διαολίσουμεθα διαολίζετε / θα διαολίσετεθα διαολίζουν / θα διαολίζουνε / θα διαολίσουν / θα διαολίσουνε
Παρακείμενοςέχω διαολίσειέχεις διαολίσειέχει διαολίσειέχουμε διαολίσει——
Υπερσυντέλικοςείχα διαολίσειείχες διαολίσειείχε διαολίσει———
Υποτακτικήνα έχω διαολίσει / να διαολίζω / να διαολίσωνα έχεις διαολίσει / να διαολίζεις / να διαολίσειςνα έχει διαολίσει / να διαολίζει / να διαολίσεινα έχουμε διαολίσει / να διαολίζουμε / να διαολίσουμενα διαολίζετε / να διαολίσετενα διαολίζουν / να διαολίζουνε / να διαολίσουν / να διαολίσουνε
Προστακτική—διαόλιζε / διαόλισε——διαολίζετε / διαολίστε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

διαολίστηκαδιαολίζομαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →