διαολίζω
•
- οικείοπικάρω, εξοργίζω, δαιμονίζω Βικιλεξικό
- Κοργιοί, κουνούπια, σκνῖπες, ψύλλοι καὶ μερμήγκοι, / Νά σε τσιμποῦν φρικτὰ καὶ νά σε διαολίζουν
Ετυμολογία
διαολίζω < διάολ(ος) + -ίζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | διαολίζω | διαολίζεις | διαολίζει | διαολίζουμε | διαολίζετε | διαολίζουν / διαολίζουνε |
| Παρατατικός | διαόλιζα | διαόλιζες | διαόλιζε | διαολίζαμε | διαολίζατε | διαολίζαν / διαολίζανε / διαόλιζαν |
| Αόριστος | διαόλισα | διαόλισες | διαόλισε | διαολίσαμε | διαολίσατε | διαολίσαν / διαολίσανε / διαόλισαν |
| Μέλλοντας | θα διαολίζω / θα διαολίσω | θα διαολίζεις / θα διαολίσεις | θα διαολίζει / θα διαολίσει | θα διαολίζουμε / θα διαολίσουμε | θα διαολίζετε / θα διαολίσετε | θα διαολίζουν / θα διαολίζουνε / θα διαολίσουν / θα διαολίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω διαολίσει | έχεις διαολίσει | έχει διαολίσει | έχουμε διαολίσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα διαολίσει | είχες διαολίσει | είχε διαολίσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω διαολίσει / να διαολίζω / να διαολίσω | να έχεις διαολίσει / να διαολίζεις / να διαολίσεις | να έχει διαολίσει / να διαολίζει / να διαολίσει | να έχουμε διαολίσει / να διαολίζουμε / να διαολίσουμε | να διαολίζετε / να διαολίσετε | να διαολίζουν / να διαολίζουνε / να διαολίσουν / να διαολίσουνε |
| Προστακτική | — | διαόλιζε / διαόλισε | — | — | διαολίζετε / διαολίστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
διαολίστηκαδιαολίζομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →