Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διαπαιδαγωγήσιμος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που μπορεί να διαπαιδαγωγηθεί, που μπορεί να υποστεί εκπαίδευση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διαπαιδαγωγήσιμος < διαπαιδαγωγώ, διαπαιδαγωγη- -σιμος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιαπαιδαγωγήσιμοςδιαπαιδαγωγήσιμηδιαπαιδαγωγήσιμο
Γενικήδιαπαιδαγωγήσιμουδιαπαιδαγωγήσιμηςδιαπαιδαγωγήσιμου
Αιτιατικήδιαπαιδαγωγήσιμοδιαπαιδαγωγήσιμηδιαπαιδαγωγήσιμο
Κλητικήδιαπαιδαγωγήσιμεδιαπαιδαγωγήσιμηδιαπαιδαγωγήσιμο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιαπαιδαγωγήσιμοιδιαπαιδαγωγήσιμεςδιαπαιδαγωγήσιμα
Γενικήδιαπαιδαγωγήσιμωνδιαπαιδαγωγήσιμωνδιαπαιδαγωγήσιμων
Αιτιατικήδιαπαιδαγωγήσιμουςδιαπαιδαγωγήσιμεςδιαπαιδαγωγήσιμα
Κλητικήδιαπαιδαγωγήσιμοιδιαπαιδαγωγήσιμεςδιαπαιδαγωγήσιμα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →