διαπαιδαγωγώ
•
- εκπαίδευσηεκπαιδεύω, καθοδηγώ, διαπλάθω, μορφώνω Βικιλεξικό
- ανατρέφω με παιδαγωγικά μέσα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διαπαιδαγωγώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική διαπαιδαγωγῶ, συνηρημένος τύπος του διαπαιδαγωγέω < δια- + παιδαγωγέω / παιδαγωγῶ
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | διαπαιδαγωγώ | διαπαιδαγωγείς | διαπαιδαγωγεί | διαπαιδαγωγούμε | διαπαιδαγωγείτε | διαπαιδαγωγούν / διαπαιδαγωγούνε |
| Παρατατικός | διαπαιδαγωγούσα | διαπαιδαγωγούσες | διαπαιδαγωγούσε | διαπαιδαγωγούσαμε | διαπαιδαγωγούσατε | διαπαιδαγωγούσαν / διαπαιδαγωγούσανε |
| Αόριστος | διαπαιδαγώγησα | διαπαιδαγώγησες | διαπαιδαγώγησε | διαπαιδαγωγήσαμε | διαπαιδαγωγήσατε | διαπαιδαγωγήσαν / διαπαιδαγωγήσανε / διαπαιδαγώγησαν |
| Μέλλοντας | θα διαπαιδαγωγήσω / θα διαπαιδαγωγώ | θα διαπαιδαγωγήσεις / θα διαπαιδαγωγείς | θα διαπαιδαγωγήσει / θα διαπαιδαγωγεί | θα διαπαιδαγωγήσουμε / θα διαπαιδαγωγούμε | θα διαπαιδαγωγήσετε / θα διαπαιδαγωγείτε | θα διαπαιδαγωγήσουν / θα διαπαιδαγωγήσουνε / θα διαπαιδαγωγούν / θα διαπαιδαγωγούνε |
| Παρακείμενος | έχω διαπαιδαγωγήσει | έχεις διαπαιδαγωγήσει | έχει διαπαιδαγωγήσει | έχουμε διαπαιδαγωγήσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα διαπαιδαγωγήσει | είχες διαπαιδαγωγήσει | είχε διαπαιδαγωγήσει | είχαμε διαπαιδαγωγήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω διαπαιδαγωγήσει / να διαπαιδαγωγήσω / να διαπαιδαγωγώ | να έχεις διαπαιδαγωγήσει / να διαπαιδαγωγήσεις / να διαπαιδαγωγείς | να έχει διαπαιδαγωγήσει / να διαπαιδαγωγήσει / να διαπαιδαγωγεί | να έχουμε διαπαιδαγωγήσει / να διαπαιδαγωγήσουμε / να διαπαιδαγωγούμε | να διαπαιδαγωγήσετε / να διαπαιδαγωγείτε | να διαπαιδαγωγήσουν / να διαπαιδαγωγήσουνε / να διαπαιδαγωγούν / να διαπαιδαγωγούνε |
| Προστακτική | — | διαπαιδαγώγησε | — | — | διαπαιδαγωγήστε / διαπαιδαγωγείτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
διαπαιδαγωγήθηκαδιαπαιδαγωγούμαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →