διαπερνάω
•
- περνάω από μια πλευρά στην άλλη μέσα από κάποιο πράγμα Βικιλεξικό
- τρυπάω, διατρυπώ Βικιλεξικό
- εισχωρώ, μπαίνω, διεισδύω Βικιλεξικό
- την ώρα της παράδοσης–παραλαβής του οπλισμού μεταξύ δύο φρουρών, ένα περίστροφο εκπυρσοκρότησε, με αποτέλεσμα η σφαίρα να διαπεράσει μια γυψοσανίδα. (Ατύχημα με εκπυρσοκρότηση όπλου στο Νοσοκομείο Χανίων - Η σφαίρα διαπέρασε γυψοσανίδα, cnn.com, 17/11/2025 https://www.cnn.gr/ellada/story/505767/atyxima-me-ekpyrsokrotisi-oplou-sto-nosokomeio-xanion-diaperase-gypsosanida-i-sfaira)
- διαπεραιώνω Βικιλεξικό
- μουσκεύω, διαποτίζω Βικιλεξικό
- μεταφορικάεπηρεάζω εξ ολοκλήρου, επιδρώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διαπερνάω < διαπερν(ώ) + -άω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική διαπερνῶ / διαπερῶ αρχαία ελληνική διαπεράω / διαπερῶ κατά το περνάω για προσαρμογή στη δημοτική < δια- + περάω / περῶ < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *per- (περνάω, διασχίζω)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | διαπερνάω / διαπερνώ | διαπερνάς | διαπερνά / διαπερνάει | διαπερνάμε / διαπερνούμε | διαπερνάτε | διαπερνάν / διαπερνάνε / διαπερνούν / διαπερνούνε |
| Παρατατικός | διαπερνούσα | διαπερνούσες | διαπερνούσε | διαπερνούσαμε | διαπερνούσατε | διαπερνούσαν / διαπερνούσανε |
| Αόριστος | διαπέρασα | διαπέρασες | διαπέρασε | διαπεράσαμε | διαπεράσατε | διαπέρασαν / διαπεράσαν / διαπεράσανε |
| Μέλλοντας | θα διαπεράσω / θα διαπερνάω / θα διαπερνώ | θα διαπεράσεις / θα διαπερνάς | θα διαπεράσει / θα διαπερνά / θα διαπερνάει | θα διαπεράσουμε / θα διαπερνάμε / θα διαπερνούμε | θα διαπεράσετε / θα διαπερνάτε | θα διαπεράσουν / θα διαπεράσουνε / θα διαπερνάν / θα διαπερνάνε / θα διαπερνούν / θα διαπερνούνε |
| Παρακείμενος | έχω διαπεράσει | — | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω διαπεράσει / να διαπεράσω / να διαπερνάω / να διαπερνώ | να διαπεράσεις / να διαπερνάς | να διαπεράσει / να διαπερνά / να διαπερνάει | να διαπεράσουμε / να διαπερνάμε / να διαπερνούμε | να διαπεράσετε / να διαπερνάτε | να διαπεράσουν / να διαπεράσουνε / να διαπερνάν / να διαπερνάνε / να διαπερνούν / να διαπερνούνε |
| Προστακτική | — | διαπέρασε / διαπέρνα / διαπέρναγε | — | — | διαπερνάτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
διαπεράστηκαδιαπερνιέμαιδιαπεράστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →