διαπιστεύω
•
- διορίζω διπλωματικό αντιπρόσωπο σε ξένο κράτος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διαπιστεύω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική διαπιστεύω < δια- + πιστεύω < πίστις
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | διαπιστεύω | διαπιστεύεις | διαπιστεύει | διαπιστεύουμε | διαπιστεύετε | διαπιστεύουν / διαπιστεύουνε |
| Παρατατικός | διαπίστευα | διαπίστευες | διαπίστευε | διαπιστεύαμε | διαπιστεύατε | διαπίστευαν / διαπιστεύαν / διαπιστεύανε |
| Αόριστος | διαπίστευσα | διαπίστευσες | διαπίστευσε | διαπιστεύσαμε | διαπιστεύσατε | διαπίστευσαν / διαπιστεύσαν / διαπιστεύσανε |
| Μέλλοντας | θα διαπιστεύσω / θα διαπιστεύω | θα διαπιστεύεις / θα διαπιστεύσεις | θα διαπιστεύει / θα διαπιστεύσει | θα διαπιστεύουμε / θα διαπιστεύσουμε | θα διαπιστεύετε / θα διαπιστεύσετε | θα διαπιστεύουν / θα διαπιστεύουνε / θα διαπιστεύσουν / θα διαπιστεύσουνε |
| Παρακείμενος | έχω διαπιστεύσει | έχεις διαπιστεύσει | έχει διαπιστεύσει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα διαπιστεύσει | είχες διαπιστεύσει | είχε διαπιστεύσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω διαπιστεύσει / να διαπιστεύσω / να διαπιστεύω | να έχεις διαπιστεύσει / να διαπιστεύεις / να διαπιστεύσεις | να έχει διαπιστεύσει / να διαπιστεύει / να διαπιστεύσει | να διαπιστεύουμε / να διαπιστεύσουμε | να διαπιστεύετε / να διαπιστεύσετε | να διαπιστεύουν / να διαπιστεύουνε / να διαπιστεύσουν / να διαπιστεύσουνε |
| Προστακτική | — | έχε διαπιστευμένο / διαπίστευε / διαπίστευσε | — | — | διαπιστεύετε / διαπιστεύστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
διαπιστεύτηκαδιαπιστεύομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →