διαπιστώνω
•
- εξακριβώνω, προσδιορίζω και αντιλαμβάνομαι έχοντας ερευνήσει και εξετάσει το ζήτημα Βικιλεξικό
- Η έκθεση της επιτροπής διαπιστώνει για μια ακόμη φορά τα εγγενή προβλήματα της οικονομίας.
- Ο ιατροδικαστής προσπαθεί να διαπιστώσει τα αίτια του θανάτου.
Ετυμολογία
διαπιστώνω < (καθαρεύουσα) διαπιστώνω < (διά) δια- + πιστ(ώνω) (< πιστός). Διαφορετική η αρχαία ελληνική διαπιστέω / διαπιστῶ < δι- + ἀπιστέω (δυσπιστώ εντελώς)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | διαπιστώνω | διαπιστώνεις | διαπιστώνει | διαπιστώνουμε | διαπιστώνετε | διαπιστώνουν / διαπιστώνουνε |
| Παρατατικός | διαπίστωνα | διαπίστωνες | διαπίστωνε | διαπιστώναμε | διαπιστώνατε | διαπίστωναν / διαπιστώναν / διαπιστώνανε |
| Αόριστος | διαπίστωσα | διαπίστωσες | διαπίστωσε | διαπιστώσαμε | διαπιστώσατε | διαπίστωσαν / διαπιστώσαν / διαπιστώσανε |
| Μέλλοντας | θα διαπιστώνω / θα διαπιστώσω | θα διαπιστώνεις / θα διαπιστώσεις | θα διαπιστώνει / θα διαπιστώσει | θα διαπιστώνουμε / θα διαπιστώσουμε | θα διαπιστώνετε / θα διαπιστώσετε | θα διαπιστώνουν / θα διαπιστώνουνε / θα διαπιστώσουν / θα διαπιστώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω διαπιστώσει | έχεις διαπιστώσει | έχει διαπιστώσει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα διαπιστώσει | είχες διαπιστώσει | είχε διαπιστώσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω διαπιστώσει / να διαπιστώνω / να διαπιστώσω | να έχεις διαπιστώσει / να διαπιστώνεις / να διαπιστώσεις | να έχει διαπιστώσει / να διαπιστώνει / να διαπιστώσει | να διαπιστώνουμε / να διαπιστώσουμε | να διαπιστώνετε / να διαπιστώσετε | να διαπιστώνουν / να διαπιστώνουνε / να διαπιστώσουν / να διαπιστώσουνε |
| Προστακτική | — | έχε διαπιστωμένο / διαπίστωνε / διαπίστωσε | — | — | διαπιστώνετε / διαπιστώστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
διαπιστώθηκαδιαπιστώνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →