διαπομπεύω
•
- λόγιοχλευάζω, ρεζιλεύω κι εξευτελίζω δημόσια κάποιον Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διαπομπεύω < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική διαπομπεύω ελληνιστική κοινή διαπομπεύω (οδηγώ πομπή στο τέλος της) < αρχαία ελληνική διαπομπεύω (περιφέρω). Μορφολογικά αναλύεται σε δια- + πομπεύω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | διαπομπεύω | διαπομπεύεις | διαπομπεύει | διαπομπεύουμε | διαπομπεύετε | διαπομπεύουν / διαπομπεύουνε |
| Παρατατικός | διαπόμπευα | διαπόμπευες | διαπόμπευε | διαπομπεύαμε | διαπομπεύατε | διαπομπεύαν / διαπομπεύανε / διαπόμπευαν |
| Αόριστος | διαπόμπευσα | διαπόμπευσες | διαπόμπευσε | διαπομπεύσαμε | διαπομπεύσατε | διαπομπεύσαν / διαπομπεύσανε / διαπόμπευσαν |
| Μέλλοντας | θα διαπομπεύσω / θα διαπομπεύω | θα διαπομπεύεις / θα διαπομπεύσεις | θα διαπομπεύει / θα διαπομπεύσει | θα διαπομπεύουμε / θα διαπομπεύσουμε | θα διαπομπεύετε / θα διαπομπεύσετε | θα διαπομπεύουν / θα διαπομπεύουνε / θα διαπομπεύσουν / θα διαπομπεύσουνε |
| Παρακείμενος | έχω διαπομπεύσει | έχεις διαπομπεύσει | έχει διαπομπεύσει | έχουμε διαπομπεύσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα διαπομπεύσει | είχες διαπομπεύσει | είχε διαπομπεύσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω διαπομπεύσει / να διαπομπεύσω / να διαπομπεύω | να έχεις διαπομπεύσει / να διαπομπεύεις / να διαπομπεύσεις | να έχει διαπομπεύσει / να διαπομπεύει / να διαπομπεύσει | να έχουμε διαπομπεύσει / να διαπομπεύουμε / να διαπομπεύσουμε | να διαπομπεύετε / να διαπομπεύσετε | να διαπομπεύουν / να διαπομπεύουνε / να διαπομπεύσουν / να διαπομπεύσουνε |
| Προστακτική | — | διαπόμπευε / διαπόμπευσε | — | — | διαπομπεύετε / διαπομπεύστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
διαπομπεύτηκαδιαπομπεύομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →