πομπεύω
•
- λαϊκότροποδιαπομπεύω και εκθέτω κάποιον ή τα μυστικά του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πομπεύω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική πομπεύω (οδηγώ πομπή, βρίζω χυδαία) η σύγχρονη σημασία, μεσαιωνική
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | πομπεύω | πομπεύεις | πομπεύει | πομπεύουμε | πομπεύετε | πομπεύουν / πομπεύουνε |
| Παρατατικός | πόμπευα | πόμπευες | πόμπευε | πομπεύαμε | πομπεύατε | πομπεύαν / πομπεύανε / πόμπευαν |
| Αόριστος | πόμπευσα | πόμπευσες | πόμπευσε | πομπεύσαμε | πομπεύσατε | πομπεύσαν / πομπεύσανε / πόμπευσαν |
| Μέλλοντας | θα πομπεύσω / θα πομπεύω | θα πομπεύεις / θα πομπεύσεις | θα πομπεύει / θα πομπεύσει | θα πομπεύουμε / θα πομπεύσουμε | θα πομπεύετε / θα πομπεύσετε | θα πομπεύουν / θα πομπεύουνε / θα πομπεύσουν / θα πομπεύσουνε |
| Παρακείμενος | έχω πομπεύσει | έχεις πομπεύσει | έχει πομπεύσει | έχουμε πομπεύσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα πομπεύσει | είχες πομπεύσει | είχε πομπεύσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω πομπεύσει / να πομπεύσω / να πομπεύω | να έχεις πομπεύσει / να πομπεύεις / να πομπεύσεις | να έχει πομπεύσει / να πομπεύει / να πομπεύσει | να έχουμε πομπεύσει / να πομπεύουμε / να πομπεύσουμε | να πομπεύετε / να πομπεύσετε | να πομπεύουν / να πομπεύουνε / να πομπεύσουν / να πομπεύσουνε |
| Προστακτική | — | πόμπευε / πόμπευσε | — | — | πομπεύετε / πομπεύστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
πομπεύτηκαπομπεύομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →