διαπραγμάτευση
•
- η συζήτηση μεταξύ πωλητή και αγοραστή προκειμένου να οριστεί η τιμή του υπό πώληση αγαθού Βικιλεξικό
- η συζήτηση που γίνεται μεταξύ δύο ή περισσότερων πλευρών που διαφωνούν σε κάτι με σκοπό την εξεύρεση μιας αποδεκτής λύσης μετά από αμοιβαίες υποχωρήσεις Βικιλεξικό
- η ανάπτυξη ενός επιστημονικού ή κοινωνικού ή άλλου θέματος, η ανάλυση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διαπραγμάτευση < διαπραγματεύ(ομαι) + ση < αρχαία ελληνική διαπραγματεύομαι (δια- πραγματεύομαι)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διαπραγμάτευση | διαπραγματεύσεις |
| Γενική | διαπραγμάτευσης | διαπραγματεύσεων |
| Αιτιατική | διαπραγμάτευση | διαπραγματεύσεις |
| Κλητική | διαπραγμάτευση | διαπραγματεύσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →