Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διαπραγμάτευση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η συζήτηση μεταξύ πωλητή και αγοραστή προκειμένου να οριστεί η τιμή του υπό πώληση αγαθού Βικιλεξικό
  2. η συζήτηση που γίνεται μεταξύ δύο ή περισσότερων πλευρών που διαφωνούν σε κάτι με σκοπό την εξεύρεση μιας αποδεκτής λύσης μετά από αμοιβαίες υποχωρήσεις Βικιλεξικό
  3. η ανάπτυξη ενός επιστημονικού ή κοινωνικού ή άλλου θέματος, η ανάλυση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διαπραγμάτευση < διαπραγματεύ(ομαι) + ση < αρχαία ελληνική διαπραγματεύομαι (δια- πραγματεύομαι)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδιαπραγμάτευσηδιαπραγματεύσεις
Γενικήδιαπραγμάτευσηςδιαπραγματεύσεων
Αιτιατικήδιαπραγμάτευσηδιαπραγματεύσεις
Κλητικήδιαπραγμάτευσηδιαπραγματεύσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →