διαπραγματεύομαι
•
- συζητώ με κάποιον προκειμένου να καταλήξουμε σε κάποια οικονομική συμφωνία ή να λυθεί μια διαφορά μας, κάνω μια διαπραγμάτευση Βικιλεξικό
- αναλύω, αναπτύσσω ένα επιστημονικό θέμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διαπραγματεύομαι < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή διαπραγματεύομαι (κερδίζω από εμπορική συναλλαγή) και σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική négocier
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | διαπραγματεύομαι | διαπραγματεύεσαι | διαπραγματεύεται | διαπραγματευόμαστε | διαπραγματεύεστε | διαπραγματεύονται |
| Παρατατικός | διαπραγματευόμουν / διαπραγματευόμουνα | διαπραγματευόσουν / διαπραγματευόσουνα | διαπραγματευόταν / διαπραγματευότανε | διαπραγματευόμασταν / διαπραγματευόμαστε | διαπραγματευόσασταν / διαπραγματευόσαστε | διαπραγματευόντουσαν / διαπραγματεύονταν |
| Αόριστος | διαπραγματεύτηκα | διαπραγματεύτηκες | διαπραγματεύτηκε | διαπραγματευτήκαμε | διαπραγματευτήκατε | διαπραγματευτήκαν / διαπραγματευτήκανε / διαπραγματεύτηκαν |
| Μέλλοντας | θα διαπραγματευτώ / θα διαπραγματεύομαι | θα διαπραγματευτείς / θα διαπραγματεύεσαι | θα διαπραγματευτεί / θα διαπραγματεύεται | θα διαπραγματευτούμε / θα διαπραγματευόμαστε | θα διαπραγματευτείτε / θα διαπραγματεύεστε | θα διαπραγματευτούν / θα διαπραγματευτούνε / θα διαπραγματεύονται |
| Παρακείμενος | έχω διαπραγματευτεί | έχεις διαπραγματευτεί | έχει διαπραγματευτεί | έχουμε διαπραγματευτεί | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα διαπραγματευτεί | είχες διαπραγματευτεί | είχε διαπραγματευτεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω διαπραγματευτεί / να διαπραγματευτώ / να διαπραγματεύομαι | να έχεις διαπραγματευτεί / να διαπραγματευτείς / να διαπραγματεύεσαι | να έχει διαπραγματευτεί / να διαπραγματευτεί / να διαπραγματεύεται | να έχουμε διαπραγματευτεί / να διαπραγματευτούμε / να διαπραγματευόμαστε | να διαπραγματευτείτε / να διαπραγματεύεστε | να διαπραγματευτούν / να διαπραγματευτούνε / να διαπραγματεύονται |
| Προστακτική | — | διαπραγματεύσου | — | — | διαπραγματευτείτε / διαπραγματεύεστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →