διαρρέω
•
- για υγράρέω / βγαίνω έξω από κάποιο κλειστό χώρο όπου ήμουν Βικιλεξικό
- λόγιορέω ανάμεσα, περνώ από κάπου Βικιλεξικό
- μεταφορικάπερνώ Βικιλεξικό
- μεταφορικάγίνομαι γνωστός, γνωστοποιούμαι Βικιλεξικό
- Διέρρευσαν απόρρητα αρχεία της CIA στο Wikileaks (*topontiki.gr)
- ωςφανερώνω, γνωστοποιώ Βικιλεξικό
- Μάλιστα, τις τελευταίες ημέρες διαρρέουν από το περιβάλλον του ότι πιθανώς δεν θα συμμετάσχει στην επικείμενη αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της ΠΑΕ, κάτι το οποίο όμως δεν επιβεβαιώνεται ούτε διαψεύδεται από τον ίδιο. (* εφημερίδα Το Βήμα)
- μεταφορικάαπομακρύνομαι, παύω να ανήκω Βικιλεξικό
- οι οπαδοί διαρρέουν προς την αντίπαλη ομάδα
Ετυμολογία
διαρρέω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική διαρρέω < διά + ῥέω Συχρονικά αναλύεται σε δια- + ρέω. Δείτε και ρρ. : μεταφορική σημασία για χρόνο, γνωστοποίηση < σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική leak : μεταφορική σημασία 'απομακρύνομαι' < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική écouler
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | διαρρέω | διαρρέεις | διαρρέει | διαρρέουμε | διαρρέετε | διαρρέουν / διαρρέουνε |
| Παρατατικός | διέρρεα | διέρρεες | διέρρεε | διαρρέαμε | διαρρέατε | διέρρεαν / διαρρέαν / διαρρέανε |
| Αόριστος | διέρευσα | διέρευσες | διέρευσε | διαρεύσαμε | διαρεύσατε | διέρευσαν / διαρεύσαν / διαρεύσανε |
| Μέλλοντας | θα διαρεύσω / θα διαρρέω | θα διαρεύσεις / θα διαρρέεις | θα διαρεύσει / θα διαρρέει | θα διαρεύσουμε / θα διαρρέουμε | θα διαρεύσετε / θα διαρρέετε | θα διαρεύσουν / θα διαρεύσουνε / θα διαρρέουν / θα διαρρέουνε |
| Παρακείμενος | έχω διαρεύσει | έχεις διαρεύσει | έχει διαρεύσει | έχουμε διαρεύσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα διαρεύσει | είχες διαρεύσει | είχε διαρεύσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω διαρεύσει / να διαρεύσω / να διαρρέω | να έχεις διαρεύσει / να διαρεύσεις / να διαρρέεις | να έχει διαρεύσει / να διαρεύσει / να διαρρέει | να έχουμε διαρεύσει / να διαρεύσουμε / να διαρρέουμε | να διαρεύσετε / να διαρρέετε | να διαρεύσουν / να διαρεύσουνε / να διαρρέουν / να διαρρέουνε |
| Προστακτική | — | διάρευσε / διάρρεε | — | — | διαρεύστε / διαρρέετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →