Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διαρροή

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η διαφυγή, η απώλεια υγρού ή αερίου από έναν κλειστό χώρο Βικιλεξικό
    • Εκτός ελέγχου παραμένει η διαρροή των υγρών αποβλήτων.
  2. η γνωστοποίηση απόρρητων στοιχείων, πληροφοριών κτλ. χωρίς τη θέληση του άμεσα ενδιαφερομένου Βικιλεξικό
    • Διοικητική έρευνα για τη διαρροή πληροφορίας σε τηλεοπτικό σταθμό.
    • Παρουσιάζεται παντοῦ, ἔχει γνώμη γιὰ ὅλα, δημοσιοποιεῖ τὴν προσωπικὴ ζωή του, διοχετεύει στὴν δημοσιότητα πτυχὲς πραγμάτων ποὺ τὸν συμφέρουν, συνδυάζει καταστροφική ἐπιπολαιότητα καὶ κινητικότητα, ἐξάπτει τὴν παραδημοσιογραφία καὶ τελικὰ χαμηλώνει τὴν πολιτικὴ πράξη σὲ ἐπίπεδο κουτσομπολιοῦ, «διαρροῶν» καὶ παντοειδῶν «καρφωμάτων». (Ευθύνη, τεύχος 225, Βιβλιοπωλείο Οι Εκδόσεις των Φίλων, 1990)

Ετυμολογία

διαρροή < αρχαία ελληνική διαρροή < διαρρέω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδιαρροήδιαρροές
Γενικήδιαρροήςδιαρροών
Αιτιατικήδιαρροήδιαρροές
Κλητικήδιαρροήδιαρροές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →