διαρρηγνύω
•
- λόγιοανοίγω βίαια και παράνομα κλειστό χώρο με σκοπό να κλέψω Βικιλεξικό
- άγνωστοι διέρρηξαν το χρηματοκιβώτιο
- σκίζω, σπάω κάτι βίαια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διαρρηγνύω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική διαρρήγνυ(μι) με μεταπλασμό σε -ω < δια- + ῥήγνυμι (→ δείτε και ρρ)
Άλλοι τύποι
διέρρηξαδιαρρήγνυαδιαρρήχθηκαδιαρραγώδιαρρηγμένοςδιαρρηγνύομαιδιερράγη3οδιερρηγμένος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →