Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διασκεδαστής

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. αυτός που διασκεδάζει ο ίδιος, που γλεντάει Βικιλεξικό
  2. επάγγελμααυτός που διασκεδάζει τους άλλους, που τους κάνει να περνάν καλά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διασκεδαστής < διασκεδάζω + -τής (πβ. αρχαία ελληνική διασκεδαστής με άλλη σημασία)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδιασκεδαστήςδιασκεδαστές
Γενικήδιασκεδαστήδιασκεδαστών
Αιτιατικήδιασκεδαστήδιασκεδαστές
Κλητικήδιασκεδαστήδιασκεδαστές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →