διασπορικός
•
- που έχει σχέση με τη διασπορά ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
- Για την ομοφυλοφιλική προσέγγιση του Καβάφη, η ποίησή του συνιστά περισσότερο έναν χώρο ταύτισης και διαπραγμάτευσης της ταυτότητας και ως προς αυτό συγκλίνει με τη διασπορική ή συγκρητική προσέγγισή του, που και αυτή έχει προβληθεί τα τελευταία χρόνια από μελετητές του Καβάφη εκτός Ελλάδος. (εφ. Το Βήμα, 24/11/2008)
- ορυκτολογίαπου περιέχει διάσπορο Βικιλεξικό
- διασπορικός βωξίτης
- χημείαπου αφορά ουσία που χρησιμοποιείται για την αποφυγή καθίζησης / κατακάθισης ή συσσώρευσης σωματιδίων που αιωρούνται σε υγρό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διασπορικός < διασπορά + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διασπορικός | διασπορική | διασπορικό |
| Γενική | διασπορικού | διασπορικής | διασπορικού |
| Αιτιατική | διασπορικό | διασπορική | διασπορικό |
| Κλητική | διασπορικέ | διασπορική | διασπορικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διασπορικοί | διασπορικές | διασπορικά |
| Γενική | διασπορικών | διασπορικών | διασπορικών |
| Αιτιατική | διασπορικούς | διασπορικές | διασπορικά |
| Κλητική | διασπορικοί | διασπορικές | διασπορικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →