διαστρέβλωση
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διαστρεβλώνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διαστρέβλωση < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα διαστρέβλω(σις) +-ση (διαστρεβλώνω + -ση) < αρχαία ελληνική διαστρεβλόω / διαστρεβλῶ < στρεβλόω / στρεβλῶ < στρεβλός < στρέφω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *strebʰ-
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διαστρέβλωση | διαστρεβλώσεις |
| Γενική | διαστρέβλωσης | διαστρεβλώσεων |
| Αιτιατική | διαστρέβλωση | διαστρεβλώσεις |
| Κλητική | διαστρέβλωση | διαστρεβλώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →