Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διαστροφή

/ði̯a.stɾoˈfi/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διαστρέφω Βικιλεξικό
  2. ψυχιατρικήη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διαστρέφω Βικιλεξικό
    • Και μιλάμε επίσης για πρόσωπα των οποίων η καθημερινότητα ρέπει μονίμως προς το κακό και τη διαστροφή, χτίζοντας μια ανθρωπολογία της απανθρωπιάς κατάστικτη από εμμονές και ψυχώσεις που σκοτώνουν. (*)
  3. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διαστρέφω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διαστροφή < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική διαστροφή < διαστρέφω < διά + στρέφω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδιαστροφήδιαστροφές
Γενικήδιαστροφήςδιαστροφών
Αιτιατικήδιαστροφήδιαστροφές
Κλητικήδιαστροφήδιαστροφές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →