διαστροφή
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διαστρέφω Βικιλεξικό
- ψυχιατρικήη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διαστρέφω Βικιλεξικό
- Και μιλάμε επίσης για πρόσωπα των οποίων η καθημερινότητα ρέπει μονίμως προς το κακό και τη διαστροφή, χτίζοντας μια ανθρωπολογία της απανθρωπιάς κατάστικτη από εμμονές και ψυχώσεις που σκοτώνουν. (*)
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διαστρέφω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διαστροφή < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική διαστροφή < διαστρέφω < διά + στρέφω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διαστροφή | διαστροφές |
| Γενική | διαστροφής | διαστροφών |
| Αιτιατική | διαστροφή | διαστροφές |
| Κλητική | διαστροφή | διαστροφές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →