διαστρέφω
•
- μεταβάλλω κάτι, ενίοτε με διαστροφικό τρόπο (κάνοντάς το μη φυσιολογικό ή αφύσικο) Βικιλεξικό
- διαστρεβλώνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διαστρέφω < αρχαία ελληνική διαστρέφω < διά + στρέφω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | διαστρέφω | διαστρέφεις | διαστρέφει | διαστρέφουμε | διαστρέφετε | διαστρέφουν / διαστρέφουνε |
| Παρατατικός | διέστρεφα | διέστρεφες | διέστρεφε | διαστρέφαμε | διαστρέφατε | διέστρεφαν / διαστρέφαν / διαστρέφανε |
| Αόριστος | διέστρεψα | διέστρεψες | διέστρεψε | διαστρέψαμε | διαστρέψατε | διέστρεψαν / διαστρέψαν / διαστρέψανε |
| Μέλλοντας | θα διαστρέφω / θα διαστρέψω | θα διαστρέφεις / θα διαστρέψεις | θα διαστρέφει / θα διαστρέψει | θα διαστρέφουμε / θα διαστρέψουμε | θα διαστρέφετε / θα διαστρέψετε | θα διαστρέφουν / θα διαστρέφουνε / θα διαστρέψουν / θα διαστρέψουνε |
| Παρακείμενος | έχω διαστρέψει | έχεις διαστρέψει | έχει διαστρέψει | έχουμε διαστρέψει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα διαστρέψει | είχες διαστρέψει | είχε διαστρέψει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω διαστρέψει / να διαστρέφω / να διαστρέψω | να έχεις διαστρέψει / να διαστρέφεις / να διαστρέψεις | να έχει διαστρέψει / να διαστρέφει / να διαστρέψει | να έχουμε διαστρέψει / να διαστρέφουμε / να διαστρέψουμε | να διαστρέφετε / να διαστρέψετε | να διαστρέφουν / να διαστρέφουνε / να διαστρέψουν / να διαστρέψουνε |
| Προστακτική | — | διάστρεφε / διάστρεψε | — | — | διαστρέφετε / διαστρέψτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →