διαστροφικός
•
- που αναφέρεται στον διαστροφέα ή τη διαστροφή, ανήκει σ' αυτά ή προέρχεται απ' αυτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διαστροφικός < διαστροφή + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διαστροφικός | διαστροφική | διαστροφικό |
| Γενική | διαστροφικού | διαστροφικής | διαστροφικού |
| Αιτιατική | διαστροφικό | διαστροφική | διαστροφικό |
| Κλητική | διαστροφικέ | διαστροφική | διαστροφικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διαστροφικοί | διαστροφικές | διαστροφικά |
| Γενική | διαστροφικών | διαστροφικών | διαστροφικών |
| Αιτιατική | διαστροφικούς | διαστροφικές | διαστροφικά |
| Κλητική | διαστροφικοί | διαστροφικές | διαστροφικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →