Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διασυλλογικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που αφορά δύο ή περισσότερους συλλόγους ή γίνεται μεταξύ τους Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διασυλλογικός < δια- + συλλογικός, (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική interclub

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιασυλλογικόςδιασυλλογικήδιασυλλογικό
Γενικήδιασυλλογικούδιασυλλογικήςδιασυλλογικού
Αιτιατικήδιασυλλογικόδιασυλλογικήδιασυλλογικό
Κλητικήδιασυλλογικέδιασυλλογικήδιασυλλογικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιασυλλογικοίδιασυλλογικέςδιασυλλογικά
Γενικήδιασυλλογικώνδιασυλλογικώνδιασυλλογικών
Αιτιατικήδιασυλλογικούςδιασυλλογικέςδιασυλλογικά
Κλητικήδιασυλλογικοίδιασυλλογικέςδιασυλλογικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →