διασυλλογικός
•
- που αφορά δύο ή περισσότερους συλλόγους ή γίνεται μεταξύ τους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διασυλλογικός < δια- + συλλογικός, (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική interclub
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διασυλλογικός | διασυλλογική | διασυλλογικό |
| Γενική | διασυλλογικού | διασυλλογικής | διασυλλογικού |
| Αιτιατική | διασυλλογικό | διασυλλογική | διασυλλογικό |
| Κλητική | διασυλλογικέ | διασυλλογική | διασυλλογικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διασυλλογικοί | διασυλλογικές | διασυλλογικά |
| Γενική | διασυλλογικών | διασυλλογικών | διασυλλογικών |
| Αιτιατική | διασυλλογικούς | διασυλλογικές | διασυλλογικά |
| Κλητική | διασυλλογικοί | διασυλλογικές | διασυλλογικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →