Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σύλλογος

/ˈsi.lo.ɣos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. το νομικό πρόσωπο που λειτουργεί επιδιώκοντας την επίτευξη κοινών στόχων που καθορίζονται στο καταστατικό του Βικιλεξικό
    • πολιτιστικός σύλλογος, σύλλογος εργαζομένων
    • σύλλογος καθηγητών/δασκάλων: το σύνολο των διδασκόντων ενός σχολείου, όταν βρίσκονται σε συνεδρίαση
  2. στην Αρχαία Αθήνακάθε δημόσια συγκέντρωση εκτός της Εκκλησίας του Δήμου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σύλλογος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική σύλλογος < συλλέγω (συγκεντρώνω) < σύλ- + -λογος, σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική association, ή collectivité, collège

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσύλλογοςσύλλογοι
Γενικήσυλλόγου / σύλλογουσυλλόγων
Αιτιατικήσύλλογοσυλλόγους
Κλητικήσύλλογεσύλλογοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →