σύλλογος
•
- το νομικό πρόσωπο που λειτουργεί επιδιώκοντας την επίτευξη κοινών στόχων που καθορίζονται στο καταστατικό του Βικιλεξικό
- πολιτιστικός σύλλογος, σύλλογος εργαζομένων
- σύλλογος καθηγητών/δασκάλων: το σύνολο των διδασκόντων ενός σχολείου, όταν βρίσκονται σε συνεδρίαση
- στην Αρχαία Αθήνακάθε δημόσια συγκέντρωση εκτός της Εκκλησίας του Δήμου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σύλλογος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική σύλλογος < συλλέγω (συγκεντρώνω) < σύλ- + -λογος, σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική association, ή collectivité, collège
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σύλλογος | σύλλογοι |
| Γενική | συλλόγου / σύλλογου | συλλόγων |
| Αιτιατική | σύλλογο | συλλόγους |
| Κλητική | σύλλογε | σύλλογοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →