διασφαλίζω
•
- κάνω κάτι (πιο) ασφαλές, παίρνω μέτρα προστασίας του Βικιλεξικό
- Προκειμένου να διασφαλιστεί η πρόσβαση σε φάρμακα, από τον Ιούνιο του 2019, στο πλαίσιο του νέου Γενικού Συστήματος Υγείας, οι δικαιούχοι καταβάλλουν κατ' αποκοπή συμμετοχή (συμπληρωμή) μόλις 1 EUR για το φθηνότερο γενόσημο ισοδύναμο του συνταγογραφούμενου φαρμάκου... Σε περίπτωση που οι ασθενείς επιθυμούν να αγοράσουν το πρωτότυπο φάρμακο, πρέπει να καταβάλουν τη διαφορά τιμής μεταξύ του φθηνότερου γενόσημου και του πρωτότυπου προϊόντος (Κύπρος: Προφίλ Υγείας 2019, OECD, European Observatory on Health Systems and Policies, 2019, σελ. 13)
- Εστιάζοντας στην καταβολή των συντάξεων γήρατος, που αποτελεί το αντικείμενο του παρόντος εγχειριδίου, αυτή στοχεύει στο να διασφαλίσει ότι οι εργαζόμενοι, όταν καταστούν μη ικανοί για εργασία λόγω της επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου του γήρατος, αποκτούν ένα επαρκές επίπεδο εισοδήματος για να ανταπεξέλθουν στις αναγκαίες δαπάνες ώστε να επιτύχουν τη διατήρηση της ποιότητας ζωής που είχαν πριν την συνταξιοδότηση. (Προϋποθέσεις συνταξιοδότησης, ΠΗΓΑΣΟΣ - Αντιμετωπίζοντας το έμφυλο συνταξιοδοτικό χάσμα στην Ελλάδα, Γενική Γραμματεία Δημογραφικής και Οικογενειακής Πολιτικής και Ισότητας των Φύλων, ανακτήθηκε στις 24/5/2026 https://sintaxi.isotita.gr/?page_id=252)
Ετυμολογία
διασφαλίζω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή διασφαλίζομαι < δια- + ἀσφαλίζω < αρχαία ελληνική ἀσφαλής < σφάλλω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *(s)gʷʰh₂el-
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | διασφαλίζω | διασφαλίζεις | διασφαλίζει | διασφαλίζουμε | διασφαλίζετε | διασφαλίζουν / διασφαλίζουνε |
| Παρατατικός | διασφάλιζα | διασφάλιζες | διασφάλιζε | διασφαλίζαμε | διασφαλίζατε | διασφάλιζαν / διασφαλίζαν / διασφαλίζανε |
| Αόριστος | διασφάλισα | διασφάλισες | διασφάλισε | διασφαλίσαμε | διασφαλίσατε | διασφάλισαν / διασφαλίσαν / διασφαλίσανε |
| Μέλλοντας | θα διασφαλίζω / θα διασφαλίσω | θα διασφαλίζεις / θα διασφαλίσεις | θα διασφαλίζει / θα διασφαλίσει | θα διασφαλίζουμε / θα διασφαλίσουμε | θα διασφαλίζετε / θα διασφαλίσετε | θα διασφαλίζουν / θα διασφαλίζουνε / θα διασφαλίσουν / θα διασφαλίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω διασφαλίσει | έχεις διασφαλίσει | έχει διασφαλίσει | έχουμε διασφαλίσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα διασφαλίσει | είχες διασφαλίσει | είχε διασφαλίσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω διασφαλίσει / να διασφαλίζω / να διασφαλίσω | να έχεις διασφαλίσει / να διασφαλίζεις / να διασφαλίσεις | να έχει διασφαλίσει / να διασφαλίζει / να διασφαλίσει | να έχουμε διασφαλίσει / να διασφαλίζουμε / να διασφαλίσουμε | να διασφαλίζετε / να διασφαλίσετε | να διασφαλίζουν / να διασφαλίζουνε / να διασφαλίσουν / να διασφαλίσουνε |
| Προστακτική | — | διασφάλιζε / διασφάλισε | — | — | διασφαλίζετε / διασφαλίστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
διασφαλίστηκαδιασφαλίζομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →