Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εξασφαλίζω

ρήμα
•
  1. τοποθετώ κάτι σε ασφαλές μέρος Βικιλεξικό
  2. πετυχαίνω να γίνει κάτι στα σίγουρα Βικιλεξικό
    • Το διάζωμα εξασφαλίστηκε από ολίσθηση με έξι αγκύρια διαμέτρου 20 χιλ . από ανοξείδωτο χάλυβα, τα οποία πακτώθηκαν στο έδαφος και εγκιβωτίστηκαν στο σκυρόδεμα. (Το αρχαιολογικό έργο στη Μακεδονία και Θράκη τόμος 13, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, 1999, σελ. 559)

Ετυμολογία

εξασφαλίζω < ελληνιστική κοινή ἐξασφαλίζω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςεξασφαλίζωεξασφαλίζειςεξασφαλίζειεξασφαλίζουμεεξασφαλίζετεεξασφαλίζουν / εξασφαλίζουνε
Παρατατικόςεξασφάλιζαεξασφάλιζεςεξασφάλιζεεξασφαλίζαμεεξασφαλίζατεεξασφάλιζαν / εξασφαλίζαν / εξασφαλίζανε
Αόριστοςεξασφάλισαεξασφάλισεςεξασφάλισεεξασφαλίσαμεεξασφαλίσατεεξασφάλισαν / εξασφαλίσαν / εξασφαλίσανε
Μέλλονταςθα εξασφαλίζω / θα εξασφαλίσωθα εξασφαλίζεις / θα εξασφαλίσειςθα εξασφαλίζει / θα εξασφαλίσειθα εξασφαλίζουμε / θα εξασφαλίσουμεθα εξασφαλίζετε / θα εξασφαλίσετεθα εξασφαλίζουν / θα εξασφαλίζουνε / θα εξασφαλίσουν / θα εξασφαλίσουνε
Παρακείμενοςέχω εξασφαλίσειέχεις εξασφαλίσειέχει εξασφαλίσειέχουμε εξασφαλίσειέχετε εξασφαλίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα εξασφαλίσειείχες εξασφαλίσειείχε εξασφαλίσειείχαμε εξασφαλίσει——
Υποτακτικήνα έχω εξασφαλίσει / να εξασφαλίζω / να εξασφαλίσωνα έχεις εξασφαλίσει / να εξασφαλίζεις / να εξασφαλίσειςνα έχει εξασφαλίσει / να εξασφαλίζει / να εξασφαλίσεινα έχουμε εξασφαλίσει / να εξασφαλίζουμε / να εξασφαλίσουμενα έχετε εξασφαλίσει / να εξασφαλίζετε / να εξασφαλίσετενα εξασφαλίζουν / να εξασφαλίζουνε / να εξασφαλίσουν / να εξασφαλίσουνε
Προστακτική—εξασφάλιζε / εξασφάλισε——εξασφαλίζετε / εξασφαλίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →