διασχίζω
•
- πορεύομαι σε μια περιοχή και την περνάω απ’ άκρη σ’ άκρη Βικιλεξικό
- περνάω ανάμεσα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διασχίζω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική διασχίζω (σκίζω στα δύο) < δια- + σχίζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | διασχίζω | διασχίζεις | διασχίζει | διασχίζουμε | διασχίζετε | διασχίζουν / διασχίζουνε |
| Παρατατικός | διέσχιζα | διέσχιζες | διέσχιζε | διασχίζαμε | διασχίζατε | διέσχιζαν / διασχίζαν / διασχίζανε |
| Αόριστος | διέσχισα | διέσχισες | διέσχισε | διασχίσαμε | διασχίσατε | διέσχισαν / διασχίσαν / διασχίσανε |
| Μέλλοντας | θα διασχίζω / θα διασχίσω | θα διασχίζεις / θα διασχίσεις | θα διασχίζει / θα διασχίσει | θα διασχίζουμε / θα διασχίσουμε | θα διασχίζετε / θα διασχίσετε | θα διασχίζουν / θα διασχίζουνε / θα διασχίσουν / θα διασχίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω διασχίσει | έχεις διασχίσει | έχει διασχίσει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα διασχίσει | είχες διασχίσει | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω διασχίσει / να διασχίζω / να διασχίσω | να έχεις διασχίσει / να διασχίζεις / να διασχίσεις | να έχει διασχίσει / να διασχίζει / να διασχίσει | να διασχίζουμε / να διασχίσουμε | να διασχίζετε / να διασχίσετε | να διασχίζουν / να διασχίζουνε / να διασχίσουν / να διασχίσουνε |
| Προστακτική | — | έχε διασχισμένο / διάσχιζε / διάσχισε | — | — | διασχίζετε / διασχίστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
διασχίζομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →