σχίζω
•
- κόβω σε δύο κομμάτια με μια απότομη κίνηση ένα αντικείμενο με μικρό πάχος, (πχ. χαρτί ή ύφασμα) Βικιλεξικό
- Η πρώτη –και ίσως μοναδική– φορά που η Πατ Μακ Κόρμικ φοβήθηκε ήταν όταν έπεσε από την πλατφόρμα των 10 μέτρων και σχίστηκε το μαγιό της, αλλά γρήγορα το ξεπέρασε γιατί ο στόχος της ήταν να διακριθεί και σε αυτό το αγώνισμα στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1952. (www.kathimerini.gr, 06.06.2015)
- κόβω κατά μήκος σε δύο κομμάτια ένα ξύλο χτυπώντας το με τσεκούρι Βικιλεξικό
- προκαλώ τη λύση της συνέχειας μιας επιφάνειας (π.χ υφάσματος ή δέρματος), δημιουργώ ένα άνοιγμα ή τραυματίζω Βικιλεξικό
- «Σχίζουν και πληγώνουν τα δέντρα στις 7 Ιουλίου και κάνουν την πρώτη συλλογή στις 15 Αυγούστου, εορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, τη δεύτερη στις 14 Σεπτεμβρίου, εορτή του Σταυρού, εξαιτίας της πρόληψης ότι οι ιερές αυτές ημέρες συμβάλλουν πολύ στην αύξηση της σοδειάς. (www.kathimerini.gr, 22.08.2012)
Ετυμολογία
σχίζω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική σχίζω < πρωτοελληνική *skʰídyō < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ski-d- / *skeyd- (χωρίζω, διαιρώ) < *skey (χωρίζω, ανατέμνω)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σχίζω | σχίζεις | σχίζει | σχίζουμε | σχίζετε | σχίζουν / σχίζουνε |
| Παρατατικός | έσχιζα | έσχιζες | έσχιζε | σχίζαμε | σχίζατε | έσχιζαν / σχίζαν / σχίζανε |
| Αόριστος | έσχισα | έσχισες | έσχισε | σχίσαμε | σχίσατε | έσχισαν / σχίσαν / σχίσανε |
| Μέλλοντας | θα σχίζω / θα σχίσω | θα σχίζεις / θα σχίσεις | θα σχίζει / θα σχίσει | θα σχίζουμε / θα σχίσουμε | θα σχίζετε / θα σχίσετε | θα σχίζουν / θα σχίζουνε / θα σχίσουν / θα σχίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω σχίσει | έχεις σχίσει | έχει σχίσει | έχουμε σχίσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα σχίσει | είχες σχίσει | είχε σχίσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω σχίσει / να σχίζω / να σχίσω | να έχεις σχίσει / να σχίζεις / να σχίσεις | να έχει σχίσει / να σχίζει / να σχίσει | να έχουμε σχίσει / να σχίζουμε / να σχίσουμε | να σχίζετε / να σχίσετε | να σχίζουν / να σχίζουνε / να σχίσουν / να σχίσουνε |
| Προστακτική | — | σχίζε / σχίσε | — | — | σχίζετε / σχίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →