διασωθείς
•
- λόγιοπου έχει διασωθεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διασωθείς < αρχαία ελληνική διασωθείς, μετοχή παθητικού αορίστου του ρήματος διασῴζω
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διασωθέντας / διασωθείς | διασωθείσα | διασωθέν |
| Γενική | διασωθέντα / διασωθέντος | διασωθείσας / διασωθείσης | διασωθέντος |
| Αιτιατική | διασωθέντα | διασωθείσα | διασωθέν |
| Κλητική | διασωθέντα / διασωθείς | διασωθείσα | διασωθέν |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διασωθέντες | διασωθείσες | διασωθέντα |
| Γενική | διασωθέντων | διασωθεισών | διασωθέντων |
| Αιτιατική | διασωθέντες | διασωθείσες | διασωθέντα |
| Κλητική | διασωθέντες | διασωθείσες | διασωθέντα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →