διατίμηση
•
- οικονομίαο προκαθορισμός από το κράτος της (συνήθως ανώτερης) τιμής πώλησης προϊόντος πρώτης ανάγκης, με βάση προκαθορισμένα στοιχεία (π.χ. τιμή αγοράς, σημείο πώλησης κλπ.) Βικιλεξικό
- Ο υφυπουργός Ανάπτυξης παραδέχθηκε ότι το κόστος στις οργανωμένες πλαζ είναι απαγορευτικό για τις οικογένειες και πως πρέπει να προωθηθεί το μέτρο της διατίμησης -κάτι που μπορεί να επιβάλει το υπουργείο σε μη ιδιωτικές πλαζ. (*)
Ετυμολογία
διατίμηση < ελληνιστική κοινή διατίμησις < διά + αρχαία ελληνική τιμάω / τιμῶ
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διατίμηση | διατιμήσεις |
| Γενική | διατίμησης | διατιμήσεων |
| Αιτιατική | διατίμηση | διατιμήσεις |
| Κλητική | διατίμηση | διατιμήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →