διατιμώ
•
- επιβάλλω σε κάποια προϊόντα ή υπηρεσίες διατίμηση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διατιμώ < ελληνιστική κοινή διατιμάω / διατιμῶ (παρόμοια σημασία) < αρχαία ελληνική διατιμάω / διατιμῶ < τιμάω / τιμῶ < τιμή
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | διατιμάω / διατιμώ | διατιμάς | διατιμά / διατιμάει | διατιμάμε / διατιμούμε | διατιμάτε | διατιμάν / διατιμάνε / διατιμούν / διατιμούνε |
| Παρατατικός | διατιμούσα | διατιμούσες | διατιμούσε | διατιμούσαμε | διατιμούσατε | διατιμούσαν / διατιμούσανε |
| Αόριστος | διατίμησα | διατίμησες | διατίμησε | διατιμήσαμε | διατιμήσατε | διατίμησαν / διατιμήσαν / διατιμήσανε |
| Μέλλοντας | θα διατιμάω / θα διατιμήσω / θα διατιμώ | θα διατιμάς / θα διατιμήσεις | θα διατιμά / θα διατιμάει / θα διατιμήσει | θα διατιμάμε / θα διατιμήσουμε / θα διατιμούμε | θα διατιμάτε / θα διατιμήσετε | θα διατιμάν / θα διατιμάνε / θα διατιμήσουν / θα διατιμήσουνε / θα διατιμούν / θα διατιμούνε |
| Παρακείμενος | έχω διατιμήσει | έχεις διατιμήσει | — | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα διατιμήσει | — | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω διατιμήσει / να διατιμάω / να διατιμήσω / να διατιμώ | να έχεις διατιμήσει / να διατιμάς / να διατιμήσεις | να διατιμά / να διατιμάει / να διατιμήσει | να διατιμάμε / να διατιμήσουμε / να διατιμούμε | να διατιμάτε / να διατιμήσετε | να διατιμάν / να διατιμάνε / να διατιμήσουν / να διατιμήσουνε / να διατιμούν / να διατιμούνε |
| Προστακτική | — | διατίμα / διατίμαγε / διατίμησε | — | — | διατιμάτε / διατιμήστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →