Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διατακτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που σχετίζεται με διαταγή ή αναφέρεται σ' αυτή Βικιλεξικό
  2. ουσιαστικοποιημένοδιατακτική: έγγραφο που επιβάλλει κάτι ή δίνει την άδεια για κάτι Βικιλεξικό
    • διατακτική τροφίμων
  3. ουσιαστικοποιημένοδιατακτικό: (νομικός όρος) το μέρος μιας δικαστικής απόφασης που διατάζει κάτι ή εκφράζει τη βούληση του δικαστή για την εξέλιξη μιας υπόθεσης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διατακτικός < διατάσσω + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιατακτικόςδιατακτικήδιατακτικό
Γενικήδιατακτικούδιατακτικήςδιατακτικού
Αιτιατικήδιατακτικόδιατακτικήδιατακτικό
Κλητικήδιατακτικέδιατακτικήδιατακτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιατακτικοίδιατακτικέςδιατακτικά
Γενικήδιατακτικώνδιατακτικώνδιατακτικών
Αιτιατικήδιατακτικούςδιατακτικέςδιατακτικά
Κλητικήδιατακτικοίδιατακτικέςδιατακτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →