Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διατατικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ιατρικήπου αφορά ή χαρακτηρίζει παθολογική ή λειτουργική αύξηση του όγκου ή της κοιλότητας ενός οργάνου ή ιστού λόγω διάτασης των τοιχωμάτων του Βικιλεξικό
  2. αθλητισμόςπου αποσκοπεί στη συνειδητή επιμήκυνση των μυών και στη βελτίωση της ελαστικότητάς τους μέσω ελεγχόμενης κίνησης ή άσκησης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διατατικός < διάταση + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιατατικόςδιατατικήδιατατικό
Γενικήδιατατικούδιατατικήςδιατατικού
Αιτιατικήδιατατικόδιατατικήδιατατικό
Κλητικήδιατατικέδιατατικήδιατατικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιατατικοίδιατατικέςδιατατικά
Γενικήδιατατικώνδιατατικώνδιατατικών
Αιτιατικήδιατατικούςδιατατικέςδιατατικά
Κλητικήδιατατικοίδιατατικέςδιατατικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →