διατεταμένος
•
- λόγιοπου έχει διαταθεί / τεντωθεί / διασταλεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διατεταμένος < αρχαία ελληνική διατεταμένος, μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος διατείνω < διά + τείνω
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διατεταμένος | διατεταμένη | διατεταμένο |
| Γενική | διατεταμένου | διατεταμένης | διατεταμένου |
| Αιτιατική | διατεταμένο | διατεταμένη | διατεταμένο |
| Κλητική | διατεταμένε | διατεταμένη | διατεταμένο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διατεταμένοι | διατεταμένες | διατεταμένα |
| Γενική | διατεταμένων | διατεταμένων | διατεταμένων |
| Αιτιατική | διατεταμένους | διατεταμένες | διατεταμένα |
| Κλητική | διατεταμένοι | διατεταμένες | διατεταμένα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →