διατηρήσιμος
•
- που μπορεί να διατηρηθεί, για κατάσταση ή ενέργεια που μπορεί να συνεχιστεί με ανανέωση των απαραίτητων πόρων ή υλικών, βιώσιμος Βικιλεξικό
- διατηρήσιμη ανάπτυξη, διατηρήσιμη ανάκαμψη
Ετυμολογία
διατηρήσιμος < (διατηρώ) διατηρησ- + -ιμος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διατηρήσιμος | διατηρήσιμη | διατηρήσιμο |
| Γενική | διατηρήσιμου | διατηρήσιμης | διατηρήσιμου |
| Αιτιατική | διατηρήσιμο | διατηρήσιμη | διατηρήσιμο |
| Κλητική | διατηρήσιμε | διατηρήσιμη | διατηρήσιμο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διατηρήσιμοι | διατηρήσιμες | διατηρήσιμα |
| Γενική | διατηρήσιμων | διατηρήσιμων | διατηρήσιμων |
| Αιτιατική | διατηρήσιμους | διατηρήσιμες | διατηρήσιμα |
| Κλητική | διατηρήσιμοι | διατηρήσιμες | διατηρήσιμα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →