διατομή
•
- τομή σε κάποιο σώμα ή αντικείμενο (συνήθως διαμπερής και κάθετη προς τον νοητό κατά μήκος άξονα) Βικιλεξικό
- διαχωρισμός, διχοτόμηση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διατομή < αρχαία ελληνική διατομή < διατέμνω < διά + τέμνω ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική section), μορφολογικά αναλύεται δια- + -τομή
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διατομή | διατομές |
| Γενική | διατομής | διατομών |
| Αιτιατική | διατομή | διατομές |
| Κλητική | διατομή | διατομές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →