Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τομή

/toˈmi/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του τέμνω Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάεκτεταμένη ανανέωση σε κάποιον τομέα Βικιλεξικό
  3. ιατρικήη διαίρεση ιστών του σώματος Βικιλεξικό
    • καισαρική τομή
  4. λογοτεχνίαη σύντομη παύση σε κάποιο σημείο κατά την απαγγελία ενός στίχου Βικιλεξικό
  5. μαθηματικάτο σύνολο κοινών σημείων δύο ή περισσότερων γεωμετρικών αντικειμένων Βικιλεξικό
    • η τομή δύο μη παραλλήλων επιπέδων σε τρισδιάστατο ευκλείδειο χώρο είναι μια ευθεία
  6. μαθηματικάδυαδικός τελεστής που δέχεται ως τελεστέους δύο σύνολα και παράγει ως αποτέλεσμα ένα νέο σύνολο με τα κοινά στοιχεία τους Βικιλεξικό
    • η τομή των συνόλων { 1, 2, 3, 4 }, { 2, 3 } είναι { 2, 3 }
  7. πληροφορική: βάσεις δεδομένωνειδική περίπτωση της θεωρίας συνόλων, όπου τα σύνολα είναι οι σχέσεις, οι οποίες περιέχουν ως στοιχεία πλειάδες Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τομή < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική τομή < τέμνω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *tem- (τέμνω, κόβω) : έννοια «ανανέωση» < σημασιολογικό δάνειο από τη γερμανική Εinschnitt : για τη γεωμετρία, σχεδιαγράμματα < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική coupe ή section

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτομήτομές
Γενικήτομήςτομών
Αιτιατικήτομήτομές
Κλητικήτομήτομές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →