τομή
•
- η ενέργεια και το αποτέλεσμα του τέμνω Βικιλεξικό
- μεταφορικάεκτεταμένη ανανέωση σε κάποιον τομέα Βικιλεξικό
- ιατρικήη διαίρεση ιστών του σώματος Βικιλεξικό
- καισαρική τομή
- λογοτεχνίαη σύντομη παύση σε κάποιο σημείο κατά την απαγγελία ενός στίχου Βικιλεξικό
- μαθηματικάτο σύνολο κοινών σημείων δύο ή περισσότερων γεωμετρικών αντικειμένων Βικιλεξικό
- η τομή δύο μη παραλλήλων επιπέδων σε τρισδιάστατο ευκλείδειο χώρο είναι μια ευθεία
- μαθηματικάδυαδικός τελεστής που δέχεται ως τελεστέους δύο σύνολα και παράγει ως αποτέλεσμα ένα νέο σύνολο με τα κοινά στοιχεία τους Βικιλεξικό
- η τομή των συνόλων { 1, 2, 3, 4 }, { 2, 3 } είναι { 2, 3 }
- πληροφορική: βάσεις δεδομένωνειδική περίπτωση της θεωρίας συνόλων, όπου τα σύνολα είναι οι σχέσεις, οι οποίες περιέχουν ως στοιχεία πλειάδες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τομή < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική τομή < τέμνω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *tem- (τέμνω, κόβω) : έννοια «ανανέωση» < σημασιολογικό δάνειο από τη γερμανική Εinschnitt : για τη γεωμετρία, σχεδιαγράμματα < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική coupe ή section
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τομή | τομές |
| Γενική | τομής | τομών |
| Αιτιατική | τομή | τομές |
| Κλητική | τομή | τομές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →