Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διατροφή

/ði̯a.tɾoˈfi/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ενέργεια του να διατρέφεις κάποιο άνθρωπο ή ζώο Βικιλεξικό
    • ο ιπποκόμος ασχολείται και με την διατροφή των αλόγων
  2. το σύνολο ή ο συνδυασμός των τροφών που λαμβάνει κάποιος σε σταθερή βάση Βικιλεξικό
    • μεσογειακή διατροφή
    • Δέν εἶναι, βέβαια ἀνυπόστατες οἱ ἀναφορές τῶν ταξιδιωτῶν σέ ὁρισμένα πάγια εἴδη διατροφῆς, ὅταν περιγράφουν τό καθημερινό διαιτολόγιο τῶν ἑλληνικῶν πληθυσμῶν τῶν ἀστικῶν κέντρων: τό φρέσκο ψωμί, τά λαχανικά καί τὰ φροῦτα, οἱ ἐλιές καί τό τυρί, τά παστά ψάρια καί σπανιότερα τά φρέσκα (Σπύρος Ι. Ασδραχτάς, Νίκος Καραπιδάκης, Ελληνική οικονομική ιστορία 15-19ος αιώνας, Πολιτιστικό Ίδρυμα Ομίλου Πειραιώς, 2003, σελ. 544)
  3. νομικός όροςχρηματικό ποσό που καταβάλλεται σε μηνιαία βάση από τον ένα σύζυγο στον άλλο για την κάλυψη μέρους των εξόδων του καθώς και των παιδιών σε περίπτωση διαζυγίου ή διάστασης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διατροφή < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική διατροφή < διατρέφω < διά + τρέφω. Μορφολογικά, δια- + τροφή. :* για την πληρωμή ποσού < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική pension alimentaire

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδιατροφήδιατροφές
Γενικήδιατροφήςδιατροφών
Αιτιατικήδιατροφήδιατροφές
Κλητικήδιατροφήδιατροφές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →