διατροφικός
•
- που ανήκει ή αναφέρεται στη διατροφή Βικιλεξικό
- διατροφικές συνήθειες
Ετυμολογία
διατροφικός < διατροφή + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διατροφικός | διατροφική | διατροφικό |
| Γενική | διατροφικού | διατροφικής | διατροφικού |
| Αιτιατική | διατροφικό | διατροφική | διατροφικό |
| Κλητική | διατροφικέ | διατροφική | διατροφικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διατροφικοί | διατροφικές | διατροφικά |
| Γενική | διατροφικών | διατροφικών | διατροφικών |
| Αιτιατική | διατροφικούς | διατροφικές | διατροφικά |
| Κλητική | διατροφικοί | διατροφικές | διατροφικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →