Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διατύπωση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ο συγκεκριμένος τρόπος με τον οποίο εκφράζεται γλωσσικά κάτι, οι συγκεκριμένες φράσεις που χρησιμοποιεί ο ομιλητής ή ο συγγραφέας Βικιλεξικό
    • αν μπορείς, άλλαξε τη διατύπωση σε αυτό το σημείο του κειμένου σου
    • Απαντώ στην απορία που εξέφρασε ενώπιόν μου ο Η . Π .: «Τι γίνονται οι ήρωες μετά το τέλος του μυθιστορήματος;» Προσπαθώντας να κατανοήσω ένα ερώτημα που η διατύπωσή του δεν επιδέχεται μονολεκτική απάντηση, βρίσκομαι σε εγγενή θέση αδυναμίας να προσεγγίσω την ουσία του ζητήματος (Διαβάζω, τεύχη 436-441, 2003, σελ. 22)
  2. η ενέργεια με την οποία εκφράζω γραπτά ή προφορικά κάτι Βικιλεξικό
    • η διατύπωση των αντιρρήσεων
  3. στον πληθυντικόμια τυπική διαδικασία που είναι απαραίτητη ώστε να ολοκληρωθεί μια ενέργεια Βικιλεξικό
    • καθυστερήσαμε στο τελωνείο με τις διατυπώσεις
    • κατά την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ζητείται απλοποίηση φορολογικών διατυπώσεων και εναρμόνιση προτύπων για την ολοκλήρωση της δημόσιας ενωσιακής αγοράς

Ετυμολογία

διατύπωση < αρχαία ελληνική διατύπωσις (ολοκληρωμένη μορφή)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδιατύπωσηδιατυπώσεις
Γενικήδιατύπωσηςδιατυπώσεων
Αιτιατικήδιατύπωσηδιατυπώσεις
Κλητικήδιατύπωσηδιατυπώσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →