Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διατυπώνω

ρήμα
•
  1. εκφράζω γραπτά ή προφορικά τις σκέψεις ή απόψεις μου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διατυπώνω < αρχαία ελληνική διατυπόω / διατυπῶ < διά + τυπόω / τυπῶ < τύπος ((σημασιολογικό δάνειο) γερμανική ausdrücken)

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςδιατυπώνωδιατυπώνειςδιατυπώνειδιατυπώνουμεδιατυπώνετεδιατυπώνουν / διατυπώνουνε
Παρατατικόςδιατύπωναδιατύπωνεςδιατύπωνεδιατυπώναμεδιατυπώνατεδιατυπώναν / διατυπώνανε / διατύπωναν
Αόριστοςδιατύπωσαδιατύπωσεςδιατύπωσεδιατυπώσαμεδιατυπώσατεδιατυπώσαν / διατυπώσανε / διατύπωσαν
Μέλλονταςθα διατυπώνω / θα διατυπώσωθα διατυπώνεις / θα διατυπώσειςθα διατυπώνει / θα διατυπώσειθα διατυπώνουμε / θα διατυπώσουμεθα διατυπώνετε / θα διατυπώσετεθα διατυπώνουν / θα διατυπώνουνε / θα διατυπώσουν / θα διατυπώσουνε
Παρακείμενοςέχω διατυπώσειέχεις διατυπώσειέχει διατυπώσειέχουμε διατυπώσειέχετε διατυπώσει—
Υπερσυντέλικοςείχα διατυπώσειείχες διατυπώσειείχε διατυπώσειείχαμε διατυπώσει——
Υποτακτικήνα έχω διατυπώσει / να διατυπώνω / να διατυπώσωνα έχεις διατυπώσει / να διατυπώνεις / να διατυπώσειςνα έχει διατυπώσει / να διατυπώνει / να διατυπώσεινα έχουμε διατυπώσει / να διατυπώνουμε / να διατυπώσουμενα έχετε διατυπώσει / να διατυπώνετε / να διατυπώσετενα διατυπώνουν / να διατυπώνουνε / να διατυπώσουν / να διατυπώσουνε
Προστακτική—διατύπωνε / διατύπωσε——διατυπώνετε / διατυπώστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →