διατυπώνω
•
- εκφράζω γραπτά ή προφορικά τις σκέψεις ή απόψεις μου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διατυπώνω < αρχαία ελληνική διατυπόω / διατυπῶ < διά + τυπόω / τυπῶ < τύπος ((σημασιολογικό δάνειο) γερμανική ausdrücken)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | διατυπώνω | διατυπώνεις | διατυπώνει | διατυπώνουμε | διατυπώνετε | διατυπώνουν / διατυπώνουνε |
| Παρατατικός | διατύπωνα | διατύπωνες | διατύπωνε | διατυπώναμε | διατυπώνατε | διατυπώναν / διατυπώνανε / διατύπωναν |
| Αόριστος | διατύπωσα | διατύπωσες | διατύπωσε | διατυπώσαμε | διατυπώσατε | διατυπώσαν / διατυπώσανε / διατύπωσαν |
| Μέλλοντας | θα διατυπώνω / θα διατυπώσω | θα διατυπώνεις / θα διατυπώσεις | θα διατυπώνει / θα διατυπώσει | θα διατυπώνουμε / θα διατυπώσουμε | θα διατυπώνετε / θα διατυπώσετε | θα διατυπώνουν / θα διατυπώνουνε / θα διατυπώσουν / θα διατυπώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω διατυπώσει | έχεις διατυπώσει | έχει διατυπώσει | έχουμε διατυπώσει | έχετε διατυπώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα διατυπώσει | είχες διατυπώσει | είχε διατυπώσει | είχαμε διατυπώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω διατυπώσει / να διατυπώνω / να διατυπώσω | να έχεις διατυπώσει / να διατυπώνεις / να διατυπώσεις | να έχει διατυπώσει / να διατυπώνει / να διατυπώσει | να έχουμε διατυπώσει / να διατυπώνουμε / να διατυπώσουμε | να έχετε διατυπώσει / να διατυπώνετε / να διατυπώσετε | να διατυπώνουν / να διατυπώνουνε / να διατυπώσουν / να διατυπώσουνε |
| Προστακτική | — | διατύπωνε / διατύπωσε | — | — | διατυπώνετε / διατυπώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →